ἀγχόνη

ἀγχόνη
Grammatical information: f.
Meaning: = μανδραγόρα (Ps.-Dsc.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀγχόνη — strangling fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἀ̱γχόνη , ἀγχονάω strangle imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀγχονάω strangle pres imperat act 2nd sg (doric) ἀ̱γχόνη , ἀγχονάω strangle imperf ind act 3rd sg (epic doric ionic aeolic) ἀγχονάω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχόνῃ — ἀγχόνη strangling fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγχόνη — η (Α ἀγχόνη) ικρίωμα με κινητό βρόχο (θηλιά), ο οποίος περνιέται από τον λαιμό τού καταδίκου και προξενεί τον πνιγμό του, αφού αφαιρεθεί βίαια το υποπόδιο, πάνω στο οποίο στέκεται νεοελλ. σκοινί, θηλιά, βρόχος απαγχονισμού αρχ. στραγγαλισμό με… …   Dictionary of Greek

  • αγχόνη — η η κρεμάλα, η θηλιά του σκοινιού που σφίγγει το λαιμό και φέρνει το θάνατο: Καταδικάστηκε σε θάνατο στην αγχόνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγχόνη — [анхони] ουσ. Θ. петля, виселица …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αγχόνη ή κρεμάλα — Όργανο για την εκτέλεση θανατικών ποινών. Αποτελείται συνήθως από δύο κάθετα δοκάρια σε σχήμα κεφαλαίου γάμα (Γ). Από τη μια άκρη του οριζόντιου δοκαριού κρεμιέται το σκοινί με τη θηλιά, ο βρόχος. O μελλοθάνατος ανεβαίνει σε κινητό βάθρο που… …   Dictionary of Greek

  • ἀγχόναι — ἀγχόνη strangling fem nom/voc pl ἀγχόνᾱͅ , ἀγχόνη strangling fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχόνηι — ἀγχόνῃ , ἀγχόνη strangling fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχονῶν — ἀγχόνη strangling fem gen pl ἀγχονάω strangle pres part act masc voc sg ἀγχονάω strangle pres part act neut nom/voc/acc sg ἀγχονάω strangle pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀγχονάω strangle pres part act masc nom sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχόναις — ἀγχόνη strangling fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχόναισιν — ἀγχόνη strangling fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.